Το ελληνικό ποδόσφαιρο και η απουσία ξένων επενδυτικών σχημάτων

Το ελληνικό ποδόσφαιρο μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με αγορά που θα έπρεπε να έχει ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών. Δεν πρόκειται για μικρό οικοσύστημα, ούτε για πρωτάθλημα εκτός ευρωπαϊκού χάρτη. Διαθέτει ιστορικούς συλλόγους, ενεργή βάση φιλάθλων, νέες και υπό αναβάθμιση αθλητικές υποδομές και -κυρίως- σταθερή σύνδεση με το ευρωπαϊκό σύστημα της UEFA, το οποίο παράγει επαναλαμβανόμενες χρηματορροές.

Κι όμως, αν κανείς κοιτάξει τον χάρτη των εξαγορών ομάδων στην Ευρώπη από ξένους επενδυτές, η Ελλάδα είναι απούσα. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει αξία και επενδυτική προοπτική. Είναι γιατί αυτό δεν μετουσιώνεται σε πραγματικές εξαγορές κι όχι απλά φημολογίες.

Η απάντηση βρίσκεται σε μια λεπτή αλλά κρίσιμη διάκριση: άλλο «υπάρχουν χρήματα στην αγορά» και άλλο «το σύστημα μπορεί να λειτουργήσει σε σταθερή οικονομική βάση». Το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι επαρκές στο πρώτο, αλλά δυσκολεύεται στο δεύτερο. Και ακριβώς αυτό είναι που κρατά τους σοβαρούς επενδυτές σε απόσταση, ακόμη κι όταν το προϊόν έχει πραγματικές δυνατότητες.

Η Ευρώπη ως πλεονέκτημα – αλλά αφορά λίγους

Για το ελληνικό ποδόσφαιρο, η τρέχουσα 12η θέση στο ranking είναι εξόχως σημαντική επειδή μεταφράζεται σε περισσότερα και ευκολότερα «μονοπάτια» προς τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και άρα σε περισσότερες πιθανότητες εισροής χρημάτων.

- Advertisement -

Τα πριμ συμμετοχής στη League Phase των διοργανώσεων και τα μπόνους αποτελεσμάτων/προκρίσεων λειτουργούν ως πραγματικός οικονομικός καταλύτης. Στο Champions League, η απευθείας παρουσία ενός συλλόγου μπορεί να αλλάξει τον ισολογισμό του μέσα σε μία σεζόν. Στο Europa League και στο Conference League, η «βάση» είναι μικρότερη, αλλά η κλιμάκωση μέσα στη χρονιά μπορεί να παράγει κρίσιμη ρευστότητα.

Το κρίσιμο όμως σημείο είναι ότι αυτά τα «ευρωπαικά έσοδα» αφορούν λίγα σωματεία. Τέσσερις, το πολύ πέντε ομάδες (ανάλογα με τη συγκυρία) έχουν ρεαλιστική πιθανότητα συμμετοχής και πρόσβαση σε αυτά τα ποσά. Για το υπόλοιπο πρωτάθλημα, η ευρωπαϊκή συμμετοχή αποτελεί εξαίρεση, όχι σταθερό έσοδο και βάση σχεδιασμού. Δεν μπορεί στην πράξη να αποτελεί μέρος του αφηγήματος για την προσέλκυση επενδυτών, όταν απλά επιτυγχάνεται μια φορά ανά δεκαετία.

Η επένδυση στη «μεσαία ζώνη»

Αν υπάρχει ένα επενδυτικό σημείο που συχνά περνά κάτω από το ραντάρ, είναι η ομάδα της «μέσης κατάταξης» – χωρίς άμεση ευρωπαϊκή πίεση, χωρίς υπερβολικές αποτιμήσεις για εξαγορά, αλλά με χώρο για οργανωτική και αγωνιστική αναβάθμιση. Σε αυτά τα σωματεία, το στοίχημα δεν είναι η άμεση έξοδος στην Ευρώπη, αλλά η δημιουργία αξίας ανεξάρτητα από αυτήν.

Πρώτο πεδίο είναι η ανάπτυξη παικτών. Η Ελλάδα, λόγω γεωγραφίας, μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος πρόσβασης σε ταλέντο από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Με οργανωμένο scouting και σαφές πλάνο εξέλιξης, μια σταθερή ομάδα της Super League μπορεί να δημιουργήσει μεταπωλητική αξία και κατ’ επέκταση έσοδα.

Σε δεύτερο επίπεδο, η απουσία διαρκούς πίεσης πρωταθλητισμού επιτρέπει την οικοδόμηση δομών: ξεκάθαρη αγωνιστική φιλοσοφία, οργανωμένο σύστημα επιλογής ποδοσφαιριστών, δεύτερη ομάδα με αναπτυξιακό ρόλο και στοχευμένες συνεργασίες. Η απόδοση ενός τέτοιου μοντέλου έρχεται από πωλήσεις παικτών, έλεγχο κόστους και, σε βάθος χρόνου, ευρωπαϊκή διεκδίκηση ως αποτέλεσμα οργάνωσης και όχι συγκυρίας.

Ακριβώς εδώ όμως προκύπτει το πρόβλημα του ελληνικού ποδοσφαιρικού οικοσυστήματος: για να λειτουργήσει αυτό το μοντέλο, χρειάζεται περιβάλλον που να προστατεύει όλους τους εμπλεκόμενους, να μειώνει λειτουργικούς κινδύνους και να διασφαλίζει αξιοπιστία του προϊόντος.

Γιατί τα ξένα κεφάλαια διστάζουν πραγματικά

Οι επενδυτές δεν φοβούνται το οικονομικό ρίσκο. Φοβούνται τους κινδύνους που δεν μπορούν να αποτυπωθούν σε όρους και να μπουν σε ρήτρες. Στην Ελλάδα, δύο κατηγορίες λειτουργικού κινδύνου εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στην αντίληψη της αγοράς: η αξιοπιστία του αγωνιστικού περιβάλλοντος και η ασφάλεια/εικόνα του προϊόντος.

Το πρώτο αφορά την αίσθηση -σωστή ή λάθος, αλλά υπαρκτή ως αντίληψη- ότι ζητήματα διαιτησίας, θεσμικών παρεμβάσεων ή ισορροπιών ισχύος μπορούν να επηρεάσουν όχι μόνο την «ατμόσφαιρα» αλλά και την προβλεψιμότητα του πρωταθλήματος.

Το δεύτερο αφορά τη βία. Τα επεισόδια στα γήπεδα δεν είναι απλώς πρόβλημα δημοσίων σχέσεων. Για ένα fund ή έναν στρατηγικό επενδυτή είναι παράγοντας κινδύνου σε χορηγίες, εμπειρία αγώνα, προϊόν, οικογενειακό κοινό, ακόμη και σε λειτουργικά κόστη ασφαλείας.

Σε αυτά προστίθεται το ζήτημα της τήρησης συμβολαίων. Η FIFPRO έχει επανειλημμένα αναδείξει περιπτώσεις καθυστερήσεων πληρωμών και συστηματικών παραβιάσεων, ενώ στο παρελθόν έχει εκδώσει προειδοποιήσεις μεταγραφών που αφορούσαν την Ελλάδα, με ειδική αναφορά σε χαμηλότερες κατηγορίες.

Για έναν ξένο επενδυτή, αυτά δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα. Επηρεάζουν άμεσα το πόσο ρίσκο είναι διατεθειμένος να αναλάβει, δυσκολεύουν την προσέλκυση ποιοτικών ποδοσφαιριστών και αυξάνουν τις πιθανότητες νομικών και λειτουργικών εμπλοκών που δεν μπορούν εύκολα να προβλεφθούν.

Μια πρώτη -και αδιέξοδη- απόπειρα ξένης επένδυσης

Παρότι το ελληνικό ποδόσφαιρο σήμερα παραμένει εκτός ραντάρ διεθνών επενδυτών, η Ελλάδα και ειδικότερα η ΑΕΚ βρέθηκε σχετικά νωρίς στο επίκεντρο ενδιαφέροντος από το εξωτερικό. Η εμπλοκή της ENIC ξεκίνησε το 1997, σε μια περίοδο όπου ο σύλλογος αναζητούσε κεφαλαιακή ενίσχυση και διοικητική σταθερότητα.

Η ENIC απέκτησε τον έλεγχο της ΠΑΕ, επένδυσε σημαντικά ποσά για τα δεδομένα της εποχής και ανέλαβε ενεργό ρόλο στη διοίκηση, με τον Λάκη Νικολάου να τοποθετείται στη θέση του προέδρου. Η παρουσία της ΑΕΚ εντασσόταν στη στρατηγική πολυϊδιοκτησίας του αγγλικού ομίλου, ο οποίος διατηρούσε συμμετοχές και σε άλλους ευρωπαϊκούς συλλόγους, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Tottenham.

Στην πράξη, ωστόσο, η επένδυση δεν εξελίχθηκε σε μακροπρόθεσμο σχέδιο. Παρά την ανταγωνιστικότητα της ομάδας, δεν προέκυψε ουσιαστική ενσωμάτωση της ΑΕΚ στο ευρύτερο δίκτυο της ENIC, ούτε διαμορφώθηκε ένα σταθερό μοντέλο ανάπτυξης και αξιοποίησης της ευρωπαϊκής της παρουσίας. Τα κεφάλαια που επενδύθηκαν δεν απέδωσαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα εντός γηπέδου, ενώ η αποδοχή της διοικητικής παρουσίας από μεγάλο μέρος των φιλάθλων παρέμεινε περιορισμένη.

Η σταδιακή απεμπλοκή της ENIC οδήγησε στο τέλος της πρώτης οργανωμένης απόπειρας ξένης επένδυσης στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Όσα ακολούθησαν στη συνέχεια -η εμπλοκή της NetMed, οι διαρκείς φήμες για νέους επενδυτές και η ανάληψη της διοίκησης από τον Μάκη Ψωμιάδη- ξεφεύγουν από το πλαίσιο του παρόντος.

Η αποχώρηση του αγγλικού ομίλου έκλεισε την πρώτη οργανωμένη απόπειρα ξένης επένδυσης, αφήνοντας ως παρακαταθήκη ένα σαφές μάθημα: χωρίς ξεκάθαρο πλαίσιο και στρατηγικό πλάνο, ακόμη και ισχυρά σχήματα δυσκολεύονται να έχουν διάρκεια.

Παραδείγματα εξαγορών σε αγορές «κοντινές» στην κλίμακα της Ελλάδας

Η σύγκριση που έχει ουσία για την Ελλάδα δεν είναι με τα πρωταθλήματα «άλλων κόσμων», όπως η Αγγλία ή η Ισπανία. Είναι με αγορές που δεν ανήκουν στην ελίτ, αλλά έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν πλαίσια συναλλαγών που οι ξένοι επενδυτές μπορούν να κατανοήσουν και να υποστηρίξουν. Το Belgian Pro League, η Danish Superliga και (σε αισθητά μικρότερο βαθμό) η Primeira Liga αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Στο Βέλγιο, η Standard Liège πέρασε στην 777 Partners το 2022, ενώ νωρίτερα η City Football Group απέκτησε τη Lommel SK. Στη Δανία, ο Matthew Benham της Μπρέντφορντ απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο της FC Midtjylland ήδη από το 2014. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στην Πορτογαλία. Η Rio Ave εξαγοράστηκε από τον Βαγγέλη Μαρινάκη, ιδιοκτήτη του Ολυμπιακού και της Nottingham Forest, ο οποίος επέλεξε να επενδύσει σε πορτογαλικό σύλλογο όχι με άμεσο στόχο την ευρωπαϊκή διάκριση, αλλά ως βάση πρόσβασης στην πορτογαλική και τη βραζιλιανική αγορά.

Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι αν οι συγκεκριμένες επενδύσεις -που αναφέρονται ως παραδείγματα, υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις εξαγορών στις συγκεκριμένες χώρες- δικαιώθηκαν αγωνιστικά ή οικονομικά. Είναι ότι πραγματοποιήθηκαν μέσα σε πλαίσια που προσφέρουν στον επενδυτή σαφή δικαιώματα, προβλέψιμες διαδικασίες και σταθερότητα.

Κύπρος: Μικρότερη αγορά, περισσότερες ξένες επενδύσεις

Η Κύπρος αποτελεί χρήσιμη σύγκριση για την Ελλάδα, ακριβώς επειδή δεν υπερέχει ούτε σε μέγεθος ούτε σε ευρωπαϊκή προοπτική. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει ουσιαστική ξένη εμπλοκή σε συλλόγους, λειτουργώντας συχνά ως «δοκιμαστικό πεδίο» επενδυτικών σχεδίων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Pafos FC, η οποία πέρασε το 2017 σε ξένα χέρια και ακολούθησε μια πορεία σταδιακής επαγγελματικοποίησης και αγωνιστικής αναβάθμισης, μέχρι τους ομίλους του Champions League. Αντίστοιχα, πρόσφατα και ο Απόλλων Λεμεσού ανακοίνωσε είσοδο επενδυτή μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, με προοπτική απόκτησης πλειοψηφικού πακέτου.

Η Κύπρος δεν αποτελεί «παράδεισο» για ποδοσφαιρικές επενδύσεις. Εκπέμπει, ωστόσο, προς τα έξω μικρότερο θεσμικό θόρυβο, πιο καθαρές εταιρικές διαδικασίες και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις μεταβάσεις ιδιοκτησίας.

Τι θα ζητούσε ένας σοβαρός επενδυτής για να μπει στην ελληνική αγορά

Για έναν σοβαρό επενδυτή, το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν χρειάζεται να μεταμορφωθεί. Χρειάζεται να γίνει προβλέψιμο. Όχι απαραίτητα πιο πλούσιο ή πιο ανταγωνιστικό, αλλά πιο καθαρό ως προς το πώς λειτουργεί.

Για έναν επενδυτή, το βασικό ερώτημα δεν αφορά το ρόστερ ή τη θέση στη βαθμολογία, αλλά το πλαίσιο: αν οι κανόνες εφαρμόζονται με συνέπεια και αν το περιβάλλον επιτρέπει έναν σχεδιασμό με ορίζοντα και όχι αποφάσεις της στιγμής. Χωρίς αυτή τη βάση, κάθε επιχειρηματικό πλάνο μένει θεωρητικό.

Το ίδιο ισχύει και στο εσωτερικό των συλλόγων. Διαχωρισμός ιδιοκτησίας και διοίκησης, σαφείς διαδικασίες και διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων είναι προϋποθέσεις για την είσοδο τρίτων κεφαλαίων. Όσο οι ομάδες λειτουργούν κυρίως με όρους προσώπων, η επένδυση παραμένει δύσκολη.

Καθοριστικό είναι και το ζήτημα των υποχρεώσεων. Ο επενδυτής πρέπει να γνωρίζει τι αναλαμβάνει από την πρώτη στιγμή, χωρίς «κρυφά» βάρη που εμφανίζονται στην πορεία. Όταν ο έλεγχος μιας ομάδας συνοδεύεται από αβεβαιότητα, το ενδιαφέρον περιορίζεται.

Κρίσιμο ρόλο παίζει και το πώς παρουσιάζεται το ίδιο το πρωτάθλημα ως προϊόν. Όσο η εμπορική του αξία εξαρτάται αποκλειστικά από τους ισχυρούς συλλόγους και όχι από μια κεντρική στρατηγική που ενισχύει συνολικά το brand, η αγορά παραμένει άνιση και δύσκολα προσφέρει επενδυτικές ευκαιρίες.

Συνοψίζοντας, το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν υστερεί σε κοινό, ιστορία ή δυνατότητα παραγωγής αξίας. Υστερεί στη δημιουργία μιας ενιαίας, αξιόπιστης εικόνας και στην ύπαρξη θεσμικής σταθερότητας. Η ευρωπαϊκή παρουσία αποτελεί σαφές πλεονέκτημα, αλλά αφορά λίγους, ενώ επενδυτικές ευκαιρίες βρίσκονται και στη μεσαία ζώνη, εκεί όπου ένα οργανωμένο μοντέλο ανάπτυξης παικτών και αξιοποίησης της αγοράς μπορεί να δημιουργήσει υπεραξία χωρίς να εξαρτάται άμεσα από την UEFA.

Για να έρθουν ξένα κεφάλαια, απαιτείται περιβάλλον που λειτουργεί με προβλέψιμους κανόνες και δεν υπονομεύει το ίδιο το προϊόν. Όσο αυτά δεν υφίστανται, το ξένο κεφάλαιο θα συνεχίσει να βλέπει την Ελλάδα ως μια αγορά με πραγματικές δυνατότητες, αλλά με κόστος αβεβαιότητας που δύσκολα δικαιολογείται.

Σχετικά Άρθρα

Ο Sergio Ramos επικεφαλής πρότασης €400 εκατ. για την εξαγορά της Σεβίλλης

Ο Sergio Ramos βρίσκεται στο επίκεντρο επενδυτικής πρότασης ύψους...

Παναιτωλικός – Εφαρμογή επιστημονικής διαχείρισης χλοοτάπητα με έμφαση στη βιωσιμότητα

Ο Παναιτωλικός προχώρησε στην υιοθέτηση ενός επιστημονικά δομημένου συστήματος...

Εταιρείες ρουχισμού στο ελληνικό μπάσκετ: brands και συνεργασίες σε Basket League και Elite League

Σε συνέχεια του πρόσφατου αφιερώματος για τις εταιρείες ρουχισμού...

Εταιρείες ρουχισμού στη Super League 1 & 2: brands, κατηγορίες και η αξία της φανέλας

Ο αγωνιστικός ρουχισμός κάθε ομάδας αποτελεί βασικό στοιχείο της...

Πανσερραϊκός και Επιμελητήριο Σερρών σε καταρχήν συμφωνία για νέο γήπεδο 12.000 θέσεων

Η ΠΑΕ Πανσερραϊκός και το Επιμελητήριο Σερρών ανακοίνωσαν καταρχήν...

Οικονομικό αποτύπωμα 496 εκατ. ευρώ για τον στίβο το 2025

Ο στίβος το 2025 επιβεβαιώνει ότι βρίσκεται σε φάση...

Δημοφιλή