Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, επικοινωνιολόγος και ερευνητής, γνωστός για την ενασχόλησή του με θέματα πολιτικής, οικονομίας και ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά και για τη συμμετοχή του σε διάφορα μέσα ενημέρωσης και think-tanks, όπως το ETERON (https://eteron.org/). Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έπειτα έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη δημόσια πολιτική και γεωπολιτική στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Συμμετέχει επίσης στο podcast Πελότα Λίμπρε, ένα podcast που εμβαθύνει στο πολιτικο, οικονομικό και κοινωνικό status του ποδοσφαίρου σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το ποδόσφαιρο δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι. Είναι αφήγηση, εξουσία, ταύτιση και –πολλές φορές– πολιτική. Ο Δημήτρης Ραπίδης, μέσα από το βιβλίο του «Η μπάλα σε λάθος πόδια» από τις Εκδόσεις Απρόβλεπτες, επιχειρεί να φωτίσει τις αθέατες πλευρές ενός αθλήματος που επηρεάζει κοινωνίες και συνειδήσεις. Μαζί του συζητάμε για το πώς το ποδόσφαιρο τέμνεται με την πολιτική και την οικονομία, πού συναντώνται τα συμφέροντα και τι τελικά μας λέει η «μπάλα» για τη δημοκρατία αλλά και τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο.
SB: Κύριε Ραπίδη, θα θέλαμε να μας μιλήσετε για τη σχέση σας με το ποδόσφαιρο και πως αυτή η ενασχόλησή σας συναντά το ερευνητικό σας ενδιαφέρον σαν πολιτικός αναλυτής.
Δημήτρης Ραπίδης: Αρχικά, να σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση και εύχομαι τα καλύτερα στην ωραία δουλειά που κάνετε στο sportbiz.gr.
Από μικρός ασχολούμαι με το ποδόσφαιρο, είτε παίζοντας και παρακολουθώντας, κι αργότερα ως ερευνητής θεμάτων ποδοσφαιρικής ιστορίας. Το ερευνητικό σκέλος το είχα καλά κρυμμένο αρκετά χρόνια μέχρι να εκδοθούν δύο βιβλία σχετικά με την ποδοσφαιρική ιστορία και τη σχέση του αθλήματος με την πολιτική, την ιστορία, τη γεωπολιτική, την κοινωνία. Και τα δύο βιβλία κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Απρόβλεπτες.
Όσο μεγαλώνω, κατανοώ ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω από ένα άθλημα, όχι απλά μια ευχαρίστηση του ελεύθερου χρόνου, αλλά μια τεράστια, παγκόσμια βιομηχανία που διαμορφώνεται μέσα από ένα πλέγμα πολιτικών κι αποφάσεων. Κι αυτή η βιομηχανία μεγαλώνει ταχύτατα τα τελευταία χρόνια, επηρεάζοντας όλο και περισσότερους τομείς αλλά και τον τρόπο που «καταναλώνεται» το άθλημα. Νομίζω είμαστε στην αρχή μιας νέας σελίδας για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, γράφεται ένα νέο βιβλίο για το άθλημα και τη σχέση του με τη μόδα, τη βιομηχανία του θεάματος, τις εμπορικές συνεργασίες, το πώς βιώνεται εντός κι εκτός γηπέδου από τις νεότερες γενιές, ακόμα και το πώς αλλάζουν οι κανόνες του παιχνιδιού.
SB: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το τελευταίο σας βιβλίο με τίτλο «Η Μπάλα σε Λάθος Πόδια». Τι είναι αυτό που καθιστά το ποδόσφαιρο και τις πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις του κεντρικό άξονα αφήγησης του βιβλίου;
Δ.Ρ.: Επειδή ακριβώς το ποδόσφαιρο έγινε πολύ γρήγορα το δημοφιλέστερο και λαϊκότερο άθλημα σε πολλές περιοχές του πλανήτη, απέκτησε κατά συνέπεια ενδιαφέρον και για τις πολιτικές ελίτ. Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα έχουμε τις πρώτες καταγραφές της χρήσης του αθλήματος ως μέσου προπαγάνδας, αλλά και ως πεδίου άσκησης φυλετικών πολιτικών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εκείνο της Βραζιλίας του Ζετούλιο Βάργκας και της Πορτογαλίας του Σαλαζάρ. Σταδιακά, διαμορφώθηκαν και πολιτικές sportswashing, πολιτικές «ξεπλύματος» δηλαδή του αθλήματος από πολιτικούς ηγέτες, που φτάνουν και εξελίσσονται πολύ πιο οργανωμένα και με πολλές φορές μη αντιληπτό τρόπο στις μέρες μας.
Την ίδια στιγμή, τα γήπεδα ξεκίνησαν να αποτελούν εστίες αυτοοργάνωσης και λαϊκών διαμαρτυριών, όπου κυρίως νέοι και λαϊκότερα στρώματα μπορούσαν να εκφράσουν τη στήριξη ή την αγανάκτησή τους για πολιτικές και πρόσωπα. Το είδαμε στην Αίγυπτο των ημερών της «Αραβικής Άνοιξης», το είδαμε επίσης με την Παλαιστίνη και τον πόλεμο στη Γάζα αυτά τα χρόνια. Το γήπεδο, λοιπόν, είναι ένας χώρος κοινωνικής συναναστροφής, ανταλλαγής ιδεών, συγκινήσεων και πάθους που φυσικά αφορά το καθαρά αγωνιστικό σκέλος, την ομάδα μας και τους αγώνες της, αλλά αφορά και εξωαγωνιστικά θέματα.

SB: Στο βιβλίο διακρίνει κανείς διαχρονικές πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις πίσω από το ποδόσφαιρο. Θεωρείτε ότι το άθλημα έχει χρησιμοποιηθεί διαχρονικά ως εργαλείο πολιτικής επιρροής ή αποπροσανατολισμού;
Δ.Ρ.: Ναι, αναμφίβολα. Στο βιβλίο κάνω μια ιστορική περιήγηση σε εννέα χώρες ξεκινώντας από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Επιλέγω μια σειρά από καθεστώτα, από την Ιταλία του Μουσολίνι της δεκαετίας του 1920 μέχρι το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία του σήμερα, αναζητώντας το σημείο συνάντησης πολιτικών και ποδοσφαίρου. Για μένα ήταν περισσότερο ένα ταξίδι γνώσης όλο αυτό, ένα χρονικογράφημα αν θέλεις, και ένας τρόπος να «μαζευτούν» σκόρπιες σκέψεις και πληροφορίες, ιστορικά γεγονότα, πολιτικές θεωρίες και ένα σύνθετο πλέγμα διεθνών σχέσεων και να μπουν σε ένα πλαίσιο με αρχή, μέση και τέλος.
Το ποδόσφαιρο έχει χρησιμοποιηθεί και θα συνεχίσει, εκτιμώ, να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής επιρροής και αποπροσανατολισμού, τουλάχιστον όσο ο κόσμος πηγαίνει στο γήπεδο, παρακολουθεί από κοντά μπάλα και δεν βλέπει απλώς ματς στην τηλεόραση ή στο διαδίκτυο. Όσο δηλαδή αλληλεπιδρά ο ένας με τον άλλο, όσο παθιαζόμαστε και συζητάμε για το ποδόσφαιρο, όσο το άθλημα καταλαμβάνει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ένα σημαντικό μέρος της καθημερινότητάς μας.
SB: Στο sportbiz εστιάζουμε στην οικονομική και επιχειρηματική πλευρά του αθλητισμού και πόσο μάλλον του ποδόσφαιρου. Θέλετε να μας παρουσιάσετε τη δική σας οπτική σχετικά με την εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου. Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον;
Δ.Ρ.: Ο όρος «εμπορευματοποίηση» είναι ένας αρνητικά φορτισμένος όρος. Σε αυτό το πλαίσιο, για μένα προσωπικά ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να μην μπορεί ο κόσμος να έχει πρόσβαση στο γήπεδο εξαιτίας των πανάκριβων εισιτηρίων. Αυτό αντιλαμβάνομαι εγώ ως το μεγαλύτερο κίνδυνο, ως μια σοβαρή «απειλή». Το βλέπουμε ξεκάθαρα να συμβαίνει στην Πρέμιερ Λιγκ εδώ και κάποια χρόνια, όπου τα εισιτήρια έχουν φτάσει «στον Θεό». Αλλάζει η κοινωνική σύνθεση της κερκίδας και φτάνουμε στο σημείο να αγοράζουν διαρκείας είτε άτομα με κάποια μίνιμουμ οικονομική δυνατότητα, είτε όσοι αγοράζουν να ζορίζονται έπειτα σε όλα τα υπόλοιπα, στις υποχρεώσεις τους, στην κάλυψη των αναγκών τους, στην καθημερινότητά τους, επειδή θέλουν να δουν από κοντά την ομάδα τους. Ο περισσότερος κόσμος ζει σε δύσκολες και πιεστικές οικονομικά συνθήκες, το κόστος διαβίωσης είναι μεγάλο και όταν και η μπάλα γίνεται προϊόν πολυτελείας, τουλάχιστον στις μεγάλες κατηγορίες όπου συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος όγκος επενδύσεων και ενδιαφέροντος, κάτι δεν πάει καλά.
Πέρα από το κόστος εισιτηρίων, η ταχύτατη εμπορευματοποίηση κι ανάπτυξη του αθλήματος έχει και θετικά και αρνητικά σημεία, όπως όλα τα πράγματα. Δεν είναι «δαίμονας» η εμπορευματοποίηση από μόνη της. Η εμπορευματοποίηση σημαίνει περισσότερα έσοδα για τις ομάδες, μεγαλύτερη προβολή του brand και του συλλόγου, νέα γήπεδα με περισσότερες θέσεις, επενδύσεις στις ακαδημίες, περισσότερα προϊόντα και σε πολλές περιπτώσεις «δέσιμο» των νεότερων σε ηλικία οπαδών και φίλων της ομάδας με την ταυτότητά της. Προσωπικά, για παράδειγμα, μου αρέσει που μπορώ να βρίσκω περισσότερα προϊόντα να αγοράσω που αφορούν την ομάδα μου, μου αρέσει επίσης το κύμα nostalgia και η επανέκδοση εμφανίσεων του παρελθόντος. Είναι ωραία όλα αυτά και για να γίνουν απαιτούν επενδύσεις, δαπάνες, νέα προϊόντα κλπ.
Το σημαντικό νομίζω είναι να αναζητείται μια ισορροπία σε όλα, να μην γέρνει η πλάστιγγα προς την υπερβολή ή την αποδόμηση. Η εμπορευματοποίηση θέλει στρατηγική με σεβασμό στον οπαδό, τον καταναλωτή, και βασικά στην ίδια την ταυτότητα και ιστορία της ομάδας. Το ποδόσφαιρο χρειάζεται τις επενδύσεις για να αναπτυχθεί, χρειάζεται επενδύσεις για να εξελίσσεται, να «μεγαλώνει» και να αγγίζει όλο και περισσότερο κόσμο. Άλλωστε, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα το άθλημα αναπτύχθηκε και έφτασε να είναι αυτό που είναι χάρη στις επενδύσεις και το πολιτικό, επιχειρηματικό και εμπορικό ενδιαφέρον, φτάνοντας να «μεταμορφωθεί» από ένα άθλημα για λίγους και εκλεκτούς σε ένα άθλημα για τους πολλούς, για πλατιά κοινωνικά στρώματα, για όλους.
SB: Είναι εύκολο ή δύσκολο για κάποιον που γράφει και εκφράζεται δημόσια να μιλήσει κριτικά για το ποδόσφαιρο, όταν αυτό συνδέεται με ισχυρά ετερόκλητα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα;
Δ.Ρ.: Εξαρτάται νομίζω από το βαθμό δημοκρατίας κι ασφάλειας σε μια χώρα. Από την ποιότητα της δημοκρατίας επίσης και την ελευθεροτυπία. Για παράδειγμα, στην Αγγλία και τη Γερμανία, ο καθένας γράφει και μιλάει ελεύθερα, με δεδομένο βέβαια ότι τεκμηριώνει αυτά που λέει και γράφει. Σε άλλες χώρες είναι διαφορετικά τα πράγματα, υπάρχει λογοκρισία ή αυτολογοκρισία λόγω πολιτικών συνθηκών. Στην Ελλάδα, νομίζω ότι είμαστε κάπου στη μέση.
SB: Συμμετέχετε ενεργά ως συντονιστής στο project του ETERON «FootballON: More than Goals». Θέλετε να μας πείτε τα πιο σημαντικά σημεία του, καθώς και αν υπάρχει κάτι στα μελλοντικά σχέδια για το project;
Δ.Ρ.: Το «FootballON: More than Goals» είναι ένα συλλογικό πρότζεκτ που δουλεύουμε στο ινστιτούτο από τις αρχές του 2025. Είναι το πρώτο ερευνητικό πρόγραμμα του ETERON για το ποδόσφαιρο και την ποδοσφαιρική βιομηχανία στην Ελλάδα και τον κόσμο. Στόχος μας είναι να διεισδύουμε σε διαφορετικές θεματικές ενότητες και να «φωτίζουμε» πτυχές και διαστάσεις του αθλήματος που βγαίνουν έξω από τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, περνούν στην κερκίδα, στο επαγγελματικό, επενδυτικό και ερευνητικό πεδίο, και εισχωρούν στη σφαίρα της καθημερινότητας εκατομμυρίων ανθρώπων.
Πάνω από όλα αυτά που επιδιώκουμε με αυτό το συλλογικό έργο είναι να διευρύνουμε το πεδίο αντίληψης του σύγχρονου ποδοσφαίρου και να κατανοήσουμε πως οικοδομείται, που φτάνει, ποιους αφορά, πως μεταλλάσσεται και εξελίσσεται μέσα σε ένα ταχύτατα αναπτυσσόμενο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.
Εκτιμώ ότι το επόμενο διάστημα θα έχουμε νέα πράγματα για το πρότζεκτ που θα μπορούμε να συζητήσουμε, προχωρώντας πιο βαθιά σε όλη τη δουλειά που έχουμε κάνει μέχρι τώρα.
SB: Τέλος, πως μπορεί κάποιος να προμηθευτεί το βιβλίο «Η Μπάλα σε Λάθος Πόδια» και τι θα κέρδιζε κάποιος αν το διαβάσει σήμερα, ειδικά σε μια περίοδο έντονων πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων;
Δ.Ρ.: Το βιβλίο το βρίσκει ο κόσμος στα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Αθήνας, το βρίσκει επίσης στη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα, και φυσικά μπορεί να το παραγγείλει και να το αγοράσει από διαφορετικές πλατφόρμες διαδικτυακά. Είναι ένα βιβλίο «μαζεμένο», ευκολοδιάβαστο εκτιμώ, και περιέχει πολλές πληροφορίες για περαιτέρω μελέτη και ψάξιμο, ανάλογα με τα «κέφια» του καθένα. Δεν είναι ένα αμιγώς ποδοσφαιρικό βιβλίου, δεν απευθύνεται δηλαδή αποκλειστικά σε ποδοσφαιρόφιλους, αλλά είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει πολιτική, ιστορία, γεωπολιτική, διεθνείς σχέσεις και κοινωνιολογία. Αυτό ήθελα να πετύχω, να είναι ένα βιβλίο που θα το χαρεί πολύς κόσμος, ασχέτως αν παρακολουθεί με συνέπεια το ποδόσφαιρο.




